Γεώργιος Δροσίνης, Θαλασσινά τραγούδια
ΕΝΟΤΗΤΕΣ:
1η ενότητα: «Γλυκά φυσά ο μπάτης… σε κύματ’ ασημένια».
H θάλασσα και κάτω από τον ήλιο, το παιχνίδι των ψαριών με τα κύματα
2η ενότητα: «Στου καραβιού το πλάι. και μας γυρνά την πλάτη».
Η εικόνα του δελφινού
3η ενότητα: «Χιονοπλασμένοι γλάροι. στο πέλαγος βουτούνε».
Η εικόνα των γλάρων.
4η ενότητα: «Και γύρω καραβάκια… βοσκό τους τον αέρα».
Οι βαρκούλες στα κύματα που θυμίζουν προβατάκια στους κάμπους.
ΘΕΜΑ
Ο ποιητής προβάλλει την ομορφιά και την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του θαλασσινού τοπίου παρουσιάζοντας την αρμονική συνύπαρξη όλων των μερών του.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΘΕ ΣΤΡΟΦΗΣ
Στην πρώτη στροφή του ποιήματος κυριαρχούν οι μορφές των ψαριών που παίζουν ανέμελα και ερωτευμένα μέσα στα γαλάζια νερά και κάτω από τον ήλιο και το γλυκό αεράκι του ειδυλλιακού θαλασσινού τοπίου.
Συγκεκριμένα, ο δημιουργός μεταφέρει στον αναγνώστη την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του θαλασσινού ελληνικού τοπίου, περιγράφοντας στοιχεία που το συνθέτουν, όπως το γλυκό αεράκι, τα γαλανά νερά της θάλασσας και ο ήλιος που καθρεφτίζεται μέσα σε αυτά. Μέσα στο γαλήνιο και ειδυλλιακό αυτό τοπίο, ο ποιητής τοποθετεί τα «χρυσοφτέρωτα» ψαράκια που κολυμπούν και παίζουν ανέμελα και ερωτευμένα κάτω από τα «ασημένια κύματα».
Στη δεύτερη στροφή του ποιήματος, την εικόνα του θαλασσινού τοπίου συνθέτει η μορφή ενός δελφινιού που κολυμπάει καμαρωτά δίπλα σ’ ένα καράβι.
Εδώ η εικόνα της ελληνικής φύσης συνεχίζεται με την περιγραφή του «τρελού γοργόφτερου» δελφινιού, που κολυμπάει δίπλα σε ένα καράβι. Το δελφίνι αυτό, το οποίο παρομοιάζεται με «άτι» (άλογο) της θάλασσας, προσπερνά καμαρωτό το καράβι, τυλίγεται με τους αφρούς της θάλασσας και γυρνάει την πλάτη του στους ανθρώπους. Η παρομοίωση αυτή του δελφινιού με άλογο της θάλασσας, χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο κόσμους, τον κόσμο της θάλασσας και τον κόσμο της στεριάς
Στην τρίτη στροφή, γλάροι κατάλευκοι σαν το χιόνι πετούν δίπλα στα σκοινιά των πλοίων, που στηρίζουν τα πανιά, αναζητώντας την τροφή τους.
Με τα μάτια τους ορθάνοιχτα πετούν χωρίς να κουράζονται και σφυρίζουν χαρούμενοι βουτώντας στο πέλαγος
Στην τέταρτη στροφή, το ποίημα ολοκληρώνεται με την εικόνα των καραβιών, που αρμενίζουν μέσα στη θάλασσα και σχίζουν τα κύματα με τη βοήθεια του αέρα.
Εδώ κυριαρχεί η παρομοίωση των καραβιών, που συνθέτουν την εικόνα του θαλασσινού τοπίου, με τα «άσπρα προβατάκια» («σαν άσπρα προβατάκια… βοσκό τους τον αέρα») . Τα προβατάκια αποτελούν στοιχεία της στεριάς, του ορεινού φυσικού χώρου.
ΣΥΖΕΥΞΗ (ΕΝΩΣΗ) ΣΤΕΡΙΑΣ –ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Ο ποιητής στην 4η στροφή χρησιμοποιώντας την παρομοίωση «σαν άσπρα προβατάκια» συσχετίζει δύο κόσμους. Τον κόσμο της θάλασσας και τον κόσμο της στεριάς. Η σύζευξη των δύο κόσμων διακρίνεται καθαρά στην τελευταία στροφή, όπου ο θαλάσσιος χώρος ταυτίζεται με το χώρο της στεριάς, και πιο συγκεκριμένα με την κτηνοτροφική ζωή και τη ζωή στα ορεινά (βόσκοντας, κάμπους, βοσκή).
ΑΦΗΓΗΤΗΣ :Πρωτοπρόσωπος.
ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ: περιγραφή
ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΥΦΟΣ
Η γλώσσα του έργου είναι η απλή, ζωντανή, δημοτική εμπλουτισμένη με ποικίλα επίθετα (γαλανά νερά, χρυσοφτέρωτα ψαράκια, ασημένια κύματα, τρελό δελφίνι, χιονοπλασμένοι γλάροι, ατίμητα φτερούγια, ακοίμητα μάτια, άσπρα προβατάκια, χαρωπά πηδήματα).
Το ύφος του έργου είναι γλαφυρό (λογοτεχνικό), ζωντανό και παραστατικό.
ΜΕΤΡΟ
Το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικούς επτασύλλαβους και οκτασύλλαβους στίχους και η ομοιοκαταληξία κάθε στροφής είναι πλεκτή.
ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ – ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
Μεταφορές: «η θάλασσα δροσίζεται», «ο ήλιος καθρεφτίζεται», «πετώντας δίχως έννοια», «ψαράκια χροσοφτέρωτα», «σε κύματ’ ασημένια», «γοργόφτερο πετάει», «χιονοπλασμένοι γλάροι», «ή με χαρά σφυρίζοντας», «κι έχουν βοσκή τα κύματα, / βοσκό τους τον αέρα».
Παρομοιώσεις: «σαν να καμαρώνεται της θάλασσας το άτι», «σαν άσπρα προβατάκια / που βόσκοντας γυρίζουν / με χαρωπά πηδήματα / στους κάμπους όλη μέρα».
Προσωποποιήσεις: «και μας γυρνά την πλάτη», «ή με χαρά σφυρίζοντας».
Εικόνες: Η εικόνα της θάλασσας, που στα γαλανά νερά της καθρεφτίζεται ο ήλιος, η εικόνα των ψαριών που κολυμπούν στα γαλανά νερά της θάλασσας, η εικόνα του καραβιού, η εικόνα του δελφινιού που κολυμπάει δίπλα στο καράβι, η εικόνα των «χιονοπλασμένων» γλάρων που πετούν «ακούραστοι» πάνω από τη θάλασσα, η εικόνα των καραβιών που αρμενίζουν στη θάλασσα, η εικόνα των προβάτων που βόσκουν στον κάμπο.
Ασύνδετο σχήμα: Γλυκά φυσά ο μπάτης, η θάλασσα δροσίζεται, στα γαλανά νερά της ο ήλιος καθρεφτίζεται.
Κοσμητικά επίθετα: γαλανά, χρυσοφτέρωτα, ασημένια κ.α.
Υποκοριστικά: ψαράκια, καραβάκια, προβατάκια.
Ο γλάρος
|
Μουσική:
Μάνος Χατζιδάκις
|
κι ήτανε κι ένας γλάρος με ολόλευκα φτερά
κι όλο την κοντοζύγωνε για να της κάνει νάζια
και τις φτερούγες του έβρεχε στα γαλανά νερά
Και ζήλεψα τη βάρκα τη μικρή τη χιονάτη
που της φιλούσε ο γλάρος το κατάλευκο πανί
Και νιώθω σαν βαρκούλα στα γαλάζια τα πλάτη
που όλο περιμένει κάποιο γλάρο να φανεί
Ένα γεράνι κόκκινο λουλούδισε στη γλάστρα
κι ήρθε μια πεταλούδα που πετούσε σαν τρελή
Και ποιος να ξέρει άραγε τι του `πε η ξελογιάστρα
και κείνο εκοκκίνισε ακόμα πιο πολύ
Και όλο συλλογιέμαι τα φτερά τ’ ανοιγμένα
αλλά το τι να είπαν δεν το βρίσκω, ομολογώ
Ποιος άραγε το ξέρει να το πει και σε μένα
Ας τ’ άκουγα από σένα κι ας κοκκίνιζα και `γω
Χθες το φεγγάρι ασήμωσε της λεύκας μας τα φύλλα
που στέκονταν ακίνητη εκεί στην ερημιά
κι όταν ο Μπάτης φύσηξε της ήρθε ανατριχίλα
κι αμέσως τρεμουλιάσανε τα φύλλα τα ασημιά.
Και όλο συλλογιέμαι, συλλογιέμαι πως κάτι,
Πρέπει να είπε ο Μπάτης μυστικό μες τα κλαδιά
Ας τ’ άκουγα από σένα τα λογάκια του Μπάτη,
κι ας ένιωθα να τρέμει σαν τα φύλλα η καρδιά
Θάλασσα πλατιά
Στίχοι:
Γιώργος Ρούσσος
Μουσική:
Μάνος Χατζιδάκις
Θάλασσα
πλατιά
σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά
τη δικιά μου τη μικρούλα την καρδιά
Όνειρα τρελά
που πετούν στο κύμα πάνω
φτάνουν στην καρδιά
και τα νιάτα μας ξυπνάνε
όνειρα τρελά
και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά
Έχω έναν καημό
που με τρώει γλυκά και με λιώνει
έχω ένα καημό θα `ρθω να στον πω
αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ’ αγαπώ
Κύματα πουλιά
στα ταξίδια σας που πάτε
τα αλαργινά
την κρυφή μου λύπη πάρτε
κι απο `κει μακριά
να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά
σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά
τη δικιά μου τη μικρούλα την καρδιά
Όνειρα τρελά
που πετούν στο κύμα πάνω
φτάνουν στην καρδιά
και τα νιάτα μας ξυπνάνε
όνειρα τρελά
και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά
Έχω έναν καημό
που με τρώει γλυκά και με λιώνει
έχω ένα καημό θα `ρθω να στον πω
αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ’ αγαπώ
Κύματα πουλιά
στα ταξίδια σας που πάτε
τα αλαργινά
την κρυφή μου λύπη πάρτε
κι απο `κει μακριά
να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου